σαζού

ή σαπαζού Ν
κοινή ονομασία τών πιθήκων τού γένους κήβος τής τροπικής Αμερικής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. sajou / sapajou < saiguacū «μεγάλος πίθηκος», λ. τής γλώσσας Τούπι].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.